2221073573 & 2221026602

Η Φωνοθεραπεία στις διαταραχές της φωνής

Φωνοθεραπεία είναι η θεραπευτική αποκατάσταση της φωνής από κάθε δυσκολία παραγωγής της όπως βραχνάδα, φωνητική κόπωση, μειωμένη ένταση, αλλοιωμένη χροιά και άλλες δυσκολίες παραγωγής ήχου είτε λόγω μετεγχειρητικού τραυματισμού του λαρυγγικού μηχανισμού, είτε από νευρολογικά αίτια ή και ψυχολογικούς παράγοντες. Η Φωνοθεραπευτική αποκατάσταση της φωνής είναι διαφορετική από την καλλιτεχνική φωνητική εκπαίδευση ή ορθοφωνία διότι έχει στόχο την αποκατάσταση της διαταραγμένης φωνής και όχι την αισθητική απόδοση της.

Σε ποιους απευθύνεται η φωνοθεραπεία:

Η φωνοθεραπεία απευθύνεται σε όσους δυσκολεύονται με την φωνή τους και θέλουν να την επαναφέρουν στην φυσική και χωρίς κόπο λειτουργία της. Πολύ συχνά παρατηρείται ότι επαγγελματίες που χρησιμοποιούν την φωνή τους στην επαγγελματική τους πορεία και συνάμα στην καθημερινότητα τους καταπονούν σημαντικά την φωνή τους. Όπως :

  • Εκπαιδευτικοί όλων των βαθμίδων
  • Τραγουδιστές, ηθοποιοί , ψάλτες , ιερείς
  • Πωλητές, θεραπευτές, γυμναστές , αθλητές
  • Ομιλητές , παρουσιαστές , πολιτικοί κ.α.

Σε ποιες δυσκολίες της φωνής μπορεί να βοηθήσουν οι τεχνικές της φωνοθεραπείας:

  • Οργανικές βλάβες: Όταν υπάρχουν παθολογικά ευρήματα στον λάρυγγα, τα οποία έχουν εντοπιστεί μέσω ενδοσκοπικής εξέτασης από ΩΡΛ ιατρό.
    • Όζοι, κάλοι ,κομβία στις φωνητικές χορδές
    • Πάρεση / παράλυση των φωνητικών χορδών
    • Πολύποδες φωνητικών χορδών
    • Μετεγχειρητική ουλή των φωνητικών χορδών
    • Κύστες (μετεγχειριτική αποκατάσταση)
    • Νευρολογικές παθήσεις που επηρεάζουν τον μηχανισμό φώνησης / κατάποσης (π.χ. Νόσος Πάρκινσον, Μυασθένια, Σκλήρυνση, Εγκεφαλικά, κα).
    • Οίδημα Redken
    • Λευκοπλακία φωνητικών χορδών
  • Λειτουργικές Δυσκολίες: Όταν οι διαταραχές της φωνής οφείλονται στον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούμε τη φωνή. Τα πιο συνηθισμένα συμπτώματα στην λειτουργική δυσφωνία είναι τα παρακάτω.
    • Βραχνάδα, αστάθεια φωνής, τρέμουλο
    • Αδυναμία παραγωγής έντασης στην φωνή
    • Φωνητική κόπωση
    • Δυσκολία στον συντονισμό της αναπνοής
    • Μυϊκό πόνο στην περιοχή του λαιμού, αυχένα, γνάθο, ώμους
  • Ψυχογενείς δυσφωνίες: Είναι δυσκολίες της φωνής που προκύπτουν είτε σε σχέση με έντονες συναισθηματικές καταστάσεις, είτε σε σχέση με σημαντική δυσκολία στην έκφραση συναισθημάτων όπως φόβο, θλίψη, θυμό, στρες και άγχος.

Πως βοηθάει η φωνοθεραπεία στις διαταραχές φώνησης

Στις περισσότερες περιπτώσεις ανθρώπων που παρουσιάζουν δυσκολία με την φωνή τους, η φωνή λειτουργεί κάτω από ιδιαίτερα έντονη πίεση, λόγω ιδιαίτερων φωνητικών απαιτήσεων,  αντίξοων περιβαλλοντικών συνθηκών και  έντονης ψυχοσυναισθηματικής επιβάρυνσης από τις δυσκολίες τις καθημερινότητας.

Ο λόγος που αντιμετωπίζουν αυτές τι δυσκολίες είναι διότι η φωνή χρειάζεται “τεχνική υποστήριξη”, ώστε να μπορεί να αντέχει τις αντίξοες συνθήκες με τις οποίες καλείται να λειτουργεί. Αυτή η “τεχνική υποστήριξη” σημαίνει εκπαίδευση στο πως να λειτουργεί με ασφάλεια και αντοχή η φωνή.

Παλαιότερα, η παραγωγή φωνής θεωρούνταν ως σχετικά μυστηριώδης λειτουργία του σώματος που δεν ελέγχεται εύκολα. Η εξέλιξη της τεχνολογίας ενδοσκοπικών εργαλείων τις τελευταίες δεκαετίες, έχει αυξήσει την κατανόηση μας πάνω στη λειτουργία του λάρυγγα. Έχοντας πλέον αποκωδικοποιήσει τον τρόπο με τον οποίο ο φωνητικός μηχανισμός και το σώμα συντονίζονται για να παράξουν τη φωνή μας, γνωρίζουμε πως ο καθένας μπορεί να εκπαιδευτεί στο να τοποθετεί τη φωνή του με συγκεκριμένες τεχνικές και να φέρνει προβλέψιμα και ελεγχόμενα αποτελέσματα, γα κάθε φωνητική απαίτηση.

Η Φωνοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει σε επίπεδο:

Πρόληψης : αν παρατηρείς πως η φωνή κουράζεται, βραχνιάζει, δεν έχει αρκετή ένταση και δεν επανέρχεται στα φυσιολογικά της όσο εύκολα επανέρχονταν πριν από καιρό.

Εκπαίδευσης: όταν έχεις να αντιμετωπίσεις υψηλού επιπέδου φωνητικές απαιτήσεις και προκλήσεις.

Αποκατάστασης: όταν υπάρχει συγκεκριμένο πρόβλημα με τη φωνή, από οποιαδήποτε αιτία οργανική, χειρουργική, νευρολογική, ψυχολογική, λειτουργική.

 

 

 

Επιμέλεια άρθρου: Βασιλειάδου Σοφία – Λογοθεραπεύτρια

Πηγή: https://ivoicet.gr/

Πρώιμα Σημάδια Αυτισμού

Ο Αυτισμός είναι μια Διάχυτη Αναπτυξιακή Διαταραχή, η οποία εντοπίζεται συνήθως μετά τα 2 πρώτα χρόνια της ανάπτυξης του παιδιού, παρ’ όλ΄αυτά υπάρχουν σημάδια και πριν από αυτή την ηλικία. Ο γονιός λοιπόν, πρέπει να είναι ευαισθητοποιημένος, ούτως ώστε αν κάτι τον ανησυχήσει να απευθυνθεί στον παιδίατρό του και εκείνος με τη σειρά του, εφόσον χρειάζεται, θα παραπέμψει για περαιτέρω αξιολόγηση. Μέσα από τη βιβλιογραφία, τονίζεται η σπουδαιότητα της πρώιμης παρέμβασης, καθώς πολλές συμπεριφορές δεν έχουν παγιωθεί και η πλαστικότητα του εγκεφάλου είναι μεγάλη κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του ανθρώπου. Έτσι δίνεται η δυνατότητα να δημιουργηθούν νέες συνάψεις στον εγκέφαλο ευκολότερα και να δομηθούν εκ νέου νέες συμπεριφορές.

Σύμφωνα με το Σύλλογο Επιστημόνων Λογοπαθολόγων Λογοθεραπευτών Ελλάδος  και την Ομαδα Ε.Ε. για τις Δ.Α.Φ. Σ.Ε.Λ.Λ.Ε. ο γονέας πρέπει να απευθυνθεί σε ειδικό αν παρατηρήσει κάποια από τα παρακάτω

Σε ηλικία των 4 μηνών, αναμένουμε να ξεκινήσει το παιδί να ανταποκρίνεται στη φωνή των φροντιστών του και να δείχνει ενδιαφέρον σε οικεία πρόσωπα. Επιπλέον, ακολουθεί με το βλέμμα του κινούμενα αντικείμενα και εμφανίζεται το κοινωνικό – εκούσιο χαμόγελο σαν ένδειξη αλληλεπίδρασης με τους οικείους.  Τα παιδιά που βρίσκονται στο αυτιστικό φάσμα χαρακτηρίζονται πολλές φορές ως ήσυχα μωρά και δεν δείχνουν πρόθυμα να αλληλεπιδράσουν με τους φροντιστές είτε με χαμόγελο είτε να ακολουθήσουν κάποιο πρώιμο παιχνίδι αλληλεπίδρασης. Ευχαριστιούνται να μένουν μόνα τους και δεν αναζητούν ιδιαίτερα να βρίσκονται μαζί με άλλους.

Μέχρι τους 7 μήνες,  η βλεμματική επαφή των παιδιών γίνεται συστηματική και αρχίζουν να εμπλέκονται και να ανταποκρίνονται ενεργά σε πρώιμα διαδραστικά παιχνίδια (κου – κου – τσα, κτλ). Στα παιδιά με αυτισμό, όμως, παρατηρούμε ελάχιστη ή/και ανύπαρκτη βλεμματική επαφή, μη ανταπόκριση στο όνομα, περιορισμένα φωνητικά παιχνίδια και μη ανταπόκριση στα παιχνίδια ή τις γκριμάτσες των φροντιστών. Αρκετά συχνά αντιμετωπίζουν υπερευαισθησία ή υποευαισθησία σε διάφορα ερεθίσματα, όπως ο ήχος της ηλεκτρικής σκούπας, το πλυντήριο ή απουσία αίσθησης πόνου όταν πέφτει.

Στους 12 μήνες της ζωής του παιδιού ανησυχούμε αν δεν μιμείται τους οικείους του ούτως ώστε να μάθει νέες συμπεριφορές από την συνύπαρξη μαζί τους. Δεν χρησιμοποιεί το δείξιμο για να ζητήσει αυτά που θέλει και δεν συμμετέχει σε  παιχνίδια αλληλεπίδρασης, π.χ. γαργαλητό, κυνηγητό, κ.α. Επίσης, ένα ακόμα σημάδι ανησυχίας είναι η περιορισμένη μη λεκτική επικοινωνία και η απουσία λεκτικής επικοινωνίας και ανταπόκρισης. Τέλος, πολύ συχνά συναντάμε την προσκόλληση σε συγκεκριμένα αντικείμενα και τη μη τυπική ενασχόληση μαζί τους, π.χ. να στριφογυρίζει τις ρόδες από ένα αυτοκινητάκι, να παρακολουθεί έντονα ένα αντικείμενο που περιστρέφεται ή να ασχολείται με κάποιο χαρτάκι συνεχώς.

Μέχρι την ολοκλήρωση των πρώτων 2 χρόνων, η κοινωνική ανάπτυξη είναι μεγάλη και τότε είναι που ξεκινάει η “ψαλίδα” να ανοίγει μεταξύ των παιδιών τυπικής ανάπτυξης και αυτών που βρίσκονται στο φάσμα του αυτισμού. Ορισμένες συμπεριφορές που μπορεί να μας ανησυχήσουν είναι αν το παιδί

  • Δε χρησιμοποιεί χειρονομίες ως μέσω επικοινωνίας (π.χ. χαιρετισμός με το χέρι
  • Δε μιμείται συμπεριφορές άλλων
  • παρουσιάζει μειωμένη κατανόηση σε εντολές
  • Δεν έχει αναπτύξει ομιλία ή παρουσιάζει ηχολαλικό λόγο (επαναλαμβάνει λέξεις ή φράσεις χωρίς να κατανοεί πλήρως τη σημασία τους)
  • Δεν χρησιμοποιεί εκφράσεις προσώπου
  • Δεν πραγματοποιεί συμβολικό παιχνίδι
  • Δεν συμμετέχει σε κοινωνικό παιχνίδι με τους οικείους του
  • Παρουσιάζει προσκόλληση σε συγκεκριμένα αντικείμενα
  • Εμφανίζει επαναλαβανόμενο στερεοτυπικό παιχνίδι
  • Παρουσιάζει δυσκολία στη σίτιση ή προτιμά συγκεκριμένες τροφές
  • Εμφανίζει ευαισθησία σε ήχους, η οποία εκδηλώνεται με κλείσιμο αυτιών ή κλάμα και έντονο στρες
  • Υπάρχει δυσκολία μετάβασης από τον ένα χώρο στον άλλο
  • Δείχνει να μην αντιλαμβάνεται την παρουσία τρίτων ατόμων στο χώρο
  • Δείχνει να μην ενοχλείται όταν μένει μόνο του πολλή ώρα
  • Παρουσιάζει ξαφνική απώλεια ικανοτήτων (π.χ. ομιλίας, κοινωνικής επαφής, κτλ)
  • Παρουσιάζει και εκδηλώνει εντονότερα υπεραισθησία ή υποευαισθησία σε διάφορα ερεθίσματα
  • Δεν μοιράζεται τα συναισθήματα χαράς (π.χ. να γελά όταν παίζει με τον φροντιστή του)
  • Δεν παρουσιάζει κοινή προσοχή (π.χ. να κοιτάει σε κοινό σημείο με τον φροντιστή του)

 

Τα παραπάνω είναι σημάδια που θα πρέπει να μας ευαισθητοποιήσουν για περεταίρω αξιολόγηση από κάποιον ειδικό. Σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν μεμονωμένα αξιολογητικά κριτήρια. Ο αναπτυξιολόγος ή ο παιδοψυχίατρος είναι αυτοί που θα τα κρίνουν ποσοτικά και ποιοτικά και η συνολική κλινική εικόνα του παιδιού θα οδηγήσει σε μία τυχόν διάγνωση.

 

Πηγή:  Σύλλογος Επιστημόνων Λογοπαθολόγων Λογοθεραπευτών Ελλάδος 

Σκιτσογράφος: Κωνσταντίνος Παντούλας

Συντάκτες Αφίσας: ” Σύλλογος Επιστημόνων Λογοπαθολόγων Λογοθεραπευτών

Ελλάδος  – Ομάδα Ειδικού Ενδιαφέροντος για τον Αυτισμό

Επιμέλεια άρθρου: Κατερίνα Μπαρμπούνη – Λογοθεραπεύτρια